Βασκανία: μια ιστορία από τα πολύ παλιά
«Μια καλή μανούλα
είχε ένα καλό παιδάκι
τούδε ου κόσμους και του βάσκανε
ήρθε ο Χριστός και του ξιβάσκανε
απ’ τα είκουσι νύχια στη κορφή του κιφαλιού (3)
ου άνεμους του ‘φερε ου Χριστός του πήρε
φτου, φτου, φτου.
Άγιοι Ανάργυροι και θαματουργοί (3)»
Φτου Φτου… να μην αβασκαθείς!
Οι στίχοι που παρατίθενται στην αρχή του άρθρου μας είναι ένα δείγμα από τα “λόγια” που χρησιμοποιούσε και ακόμα χρησιμοποιεί ο λαός μας προκειμένου να απομακρύνει το “μάτι”, να ξεματιάσει, όπως κοινώς λέμε, κάποιον. Όσο ποικίλος πολιτισμικά είναι ο ελλαδικός χώρος, τόσο ποικίλουν και τέτοιου είδους κείμενα. Κοινός παρονομαστής, ωστόσο, σε όλα αυτά είναι η αντίληψη, η πίστη θα λέγαμε στο γεγονός ότι υπάρχει το κακό και υπάρχει και μέσα μας… συνεπώς στο χέρι μας είναι να το διώξουμε μακριά…
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Που βρίσκονται οι ρίζες της βασκανίας; Τί ακριβώς είναι αυτό που λέμε “μάτιασμα”; Η βασκανία έχει τις ρίζες της στα αρχαία χρόνια και το πιο πιθανό είναι η διάδοσή της να έφτασε στον ελληνικό χώρο από την Ανατολή και την Χαλδαία. Η παρουσία της ως πίστη και εφαρμογή παρατηρείται επίσης στους αρχαίους Ρωμαίους, στους Εβραίους (οι οποίοι στα φυλακτά που φορούσαν, έγραφαν κείμενα από την Παλαιά Διαθήκη), στους Αιγυπτίους (οι οποίοι ενσωμάτωναν στα εσώρουχά τους κομμάτια από πάπυρο με γραμμένα πάνω τους μυστηριακά κείμενα), στους Πέρσες (οι οποίοι χάραζαν πάνω σε λωρίδες κείμενα για να ξορκίσουν το κακό και τα έδεναν σε διάφορα σημεία του σώματός τους), στους Σλάβους, στους Ινδούς, στους Μαλαίσιους, στους Πολυνήσιους, στους Αφρικάνους (οι οποίοι με την χρήση των γνωστών τοτέμ και χαϊμαλιών- φυλακτών προστατεύονταν) και στους τσιγγάνους.



Για πείτε...